Γόνατο

Το γόνατο είναι μια πολύ σύνθετη άρθρωση η οποία σχηματίζεται από τρία οστά: την κνήμη, το μηριαίο και την επιγονατίδα. Η περόνη γειτονιάζει με την άρθρωση του γόνατος αλλά δεν αποτελεί μέρος αυτής. Το γόνατο είναι μια άρθρωση δίκην “μεντεσέ”, δηλαδή επιτρέπει κίνηση σε ένα μόνο επίπεδο ως επί το πλείστον, όπως ο μεντεσές μιας πόρτας, παρ’ ότι κάποιου βαθμού στροφή είναι επίσης εφικτή. Το κάτω άκρο του μηριαίου οστού είναι στρογγυλεμένο και σχηματίζει τους μηριαίους κονδύλους. Το άνω άκρο της κνήμης είναι πεπλατυμένο και σχηματίζει τους κνημιαίους κονδύλους. Η ισορροπία επιτυγχάνεται με την υποστήριξη των δυνατών συνδέσμων οι οποίοι συνδέουν το κάτω άκρο του μηριαίου με το άνω άκρο της κνήμης.

Στους συνδέσμους του γόνατος περιλαμβάνονται οι πλάγιοι σύνδεσμοι, ένας σε κάθε πλευρά και οι χιαστοί σύνδεσμοι στο κέντρο της άρθρωσης. Οι χιαστοί, ιδιαίτερα ο πρόσθιος χιαστός σύνδεσμος, είναι οι δομές εκείνες στις οποίες στηρίζονται ιδαίτερα οι αθλητές και τις οποίες κατά συνέπεια τραυματίζουν συχνότερα. Στο πρόσθιο τμήμα του γόνατος βρίσκεται η επιγονατίδα. Τοποθετείται έμπροσθεν του κάτω άκρου του μηριαίου, σχηματίζοντας μαζί του μία άρθρωση που λέγεται επιγονατιδομηριαία. Τραυματισμοί και προβλήματα αυτής της άρθρωσης είναι συχνό αίτιο πόνου.

Στο άνω άκρο της επιγονατίδας καταφύεται ο τετρακέφαλος και στο κάτω άκρο της, είναι ένας τένοντας (επιγονατιδικός τένοντας) ο οποίος καταφύεται στο άνω όριο της κνήμης. Η επιγονατίδα βοηθά να ενισχυθούν οι μύες που είναι υπεύθυνοι για την έκταση του γόνατος (“τέντωμα”) η οποία συμβαίνει όταν ο τετρακέφαλος συσπάται και τραβάει την επιγονατίδα η οποία με την σειρά της τραβάει, έλκει την κνήμη. Στην ουσία η επιγονατίδα αποτελεί ένα υπομόχλιο για την μεταφορά της κίνησης από τον τετρακέφαλο στην κνήμη. Οποιαδήποτε δραστηριότητα περιλαμβάνει έκταση του γόνατος υπό πίεση και με την άσκηση δύναμης όπως για παράδειγμα η γρήγορη άνοδος και κάθοδος κλίμακας με δύο-δύο τα σκαλοπάτια, θέτει την επιγονατίδα σε μεγάλο φορτίο.

Βλάβες αρθρικού χόνδρου γόνατος

Χόνδρος ονομάζεται ο ιστός ο οποίος καλύπτει τα οστά μέσα στις αρθρώσεις. Είναι μαλακός αλλά ισχυρός, λείος και έχει μικρό συντελεστή τριβής, έτσι ώστε να γίνεται η φυσιολογική κίνηση με ευκολία. Όταν αυτός τραυματίζεται, τότε ο χόνδρος παύει να είναι λείος, αποκτά γραμμώσεις ή μεγαλύτερα κενά και δυσκολεύεται η κίνηση, ενώ προκαλείται πόνος. Η φθορά του χόνδρου σε πολλαπλά σημεία οδηγεί στη δημιουργία αρθρίτιδας. Τα συμπτώματα της χονδροπάθειας είναι πόνος, πρήξιμο, συλλογή υγρού στην άρθρωση και δυσκαμψία, ιδίως μετά από περίοδο ανάπαυσης.

Η χονδροπάθεια μπορεί να προκληθεί από κάποιο τραυματισμό ή σαν επακόλουθο (εκφύλισης) φθοράς.
Έπειτα από κάθε επέμβαση, η άρθρωση πρέπει να παραμείνει προστατευμένη κατά την περίοδο που ο νέος ιστός επουλώνεται. Για τις πρώτες ημέρες του χειρουργείου, ο ασθενής χρειάζεται κάποιο μέσο για να αποφορτίσει το γόνατο, ρίχνοντας λιγότερο βάρος κατά τη στάση ή τη βάδιση.

Αρθρίτιδα γόνατος

Η αρθρίτιδα γόνατος είναι μια φλεγμονώδης πάθηση που χαρακτηρίζεται από την καταστροφή των δομικών στοιχείων της άρθρωσης του γόνατος, δηλαδή των χόνδρων, των συνδέσμων και των οστών. Χαρακτηρίζεται από έντονο πόνο στην περιοχή του γόνατος, αρχικά μετά από σωματική καταπόνηση. Στα πιο προχωρημένα στάδια ο πόνος γίνεται συνεχής, ενώ παρατηρείται και περιορισμός της κίνησης και παραμόρφωση του γόνατος. H αρθρίτιδα του γόνατος είναι μια πάθηση που επηρεάζει σημαντικά τις καθημερινές δραστηριότητες και την ποιότητα ζωής των ασθενών. Αντιμετωπίζεται με συντηρητικά μέσα στα αρχικά στάδια της νόσου και χειρουργικά σε ασθενείς με βεβαρημένη κλινική εικόνα.

Οι πιο συχνές μορφές είναι η εκφυλιστική αρθρίτιδα, η μετατραυματική αρθρίτιδα και η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η κάθε μια εκ των οποίων οφείλεται σε διαφορετικά αίτια. Οι ασθενείς αισθάνονται πόνο και δυσκαμψία κατά περιόδους. Ο πόνος μπορεί είναι εντονότερος προς το τέλος της ημέρας ή όταν μετακινείτε το γόνατό, ενώ ίσως να υποχωρεί όταν αναπαύεται. Συχνά, το γόνατο έχει μια σχετική ακαμψία το πρωί, αλλά αυτό συνήθως δε διαρκεί περισσότερο από μισή ώρα.
Ο πόνος μπορεί να γίνει αισθητός γύρω από το γόνατο ή σε ένα συγκεκριμένο σημείο, π.χ. μπροστά ή πλάγια. Μερικές φορές, ο πόνος είναι τόσο έντονος που μπορεί να ξυπνήσει τον ασθενή μέσα στη νύχτα. Ένα άλλο σύμπτωμα που δείχνει αρθρίτιδα στο γόνατο είναι το οίδημα (πρήξιμο) και η εξασθένηση των μυών στους μηρούς. Αυτή η μυϊκή αδυναμία μπορεί να καταστήσει την άρθρωση ασταθή, με συνέπεια το γόνατο να υποχωρεί όταν του ασκείται πίεση.

Η συντηρητική αγωγή, η οποία περιλαμβάνει φυσικοθεραπεία, με ή δίχως ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων, επιδρά ανακουφιστικά χωρίς όμως να αντιμετωπίζουν τη βλάβη της άρθρωσης, η οποία δεν είναι αναστρέψιμη. Όταν η συντηρητική αγωγή δεν αρκεί για να περιορίσει τα συμπτώματα, η χειρουργική αντιμετώπιση της αρθρίτιδας με αρθροπλαστική γόνατος αποτελεί μονόδρομο. Ένας φυσιοθεραπευτής θα βοηθήσει να λυγίσει και να ισιώσει το γόνατό λίγες ώρες μετά τη χειρουργική επέμβαση. Αφού γίνει επιστροφή στο σπίτι, η θεραπεία θα συνεχιστεί τακτικά για εβδομάδες και θα ζητηθεί να γίνουν συγκεκριμένες ασκήσεις που αποσκοπούν στη βελτίωση της λειτουργικότητας του γονάτου.

Εξάρθρημα επιγονατίδας

Ως εξάρθρημα επιγονατίδας περιγράφεται η βίαιη (εκτός εξαιρέσεων) παρεκτόπιση της επιγονατίδας από την φυσιολογική της θέση απέναντι από την μηριαία τροχιλία. Σχεδόν πάντα η επιγονατίδα εξαρθρώνεται προς τα έξω και ανατάσσεται, αυτόματα, στην φυσιολογική της θέση με την έκταση του γόνατος. Τα αίτια που προδιαθέτουν εξάρθρημα της επιγονατίδας είναι: Η μηριαία τροχιλία είναι δυσπλαστική, δηλαδή, πιο ρηχή από ότι θα έπρεπε. Η επιγονατίδα βρίσκεται σε ψηλότερη θέση από την φυσιολογική (patella alta). Η μεγάλη στροφή της κνήμης σε σχέση με την μηριαία τροχιλία. Η επιγονατίδα έχει αυξημένη κλίση προς τα έξω (lateral tilt) που οφείλεται σε ανισορροπία των συνδέσμων που συγκρατούν την επιγονατίδα και τελικά η έλξη προς τα έξω είναι μεγαλύτερη.

Ο μηχανισμός κάκωσης είναι, είτε άμεση πλήξη (αθλήματα επαφής), είτε απότομη στροφική κίνηση του γόνατος σε σχέση με το άκρο πόδι. Όταν υπάρχει ένα σαφές τραυματικό γεγονός, τότε το εξάρθρημα χαρακτηρίζεται ως οξύ, ενώ σε περιπτώσεις που συμβαίνει συχνά, ακόμη και με μικρότερη βία, ως χρόνιο ή υποτροπιάζον. Η φυσικοθεραπεία εξασφαλίζει την ομαλή και πληρέστερη αποκατάσταση των ασθενών.

Ρήξη μηνίσκου

Η ρήξη μηνίσκου αποτελεί μία από τις συχνότερες κακώσεις του γόνατος, τόσο σε αθλητές όσο και σε ανθρώπους της καθημερινότητας. Σε κάθε γόνατο υπάρχουν δύο μηνίσκοι, ο έσω και ο έξω. Πρόκειται για ελαστικούς ημισεληνοειδείς σχηματισμούς, οι οποίοι έχουν ινοχόνδρινη σύσταση. Βρίσκονται ανάμεσα στους μηριαίους και κνημιαίους κονδύλους και βοηθούν στην απορρόφηση των κραδασμών που αναπτύσσονται στην άρθρωση του γόνατος. Παράλληλα, οι μηνίσκοι λειτουργούν υποστηρικτικά για τη σταθερότητα του γόνατος, καθώς και για την ομαλή κινητικότητα της άρθρωσης. Η ρήξη του μηνίσκου είναι πάντοτε τραυματικής αιτιολογίας. Αυτός ο τραυματισμός μπορεί να συμβαίνει με μικρότερη βία όταν υπάρχει φθορά (εκφύλιση) στο γόνατο. Έτσι, η ρήξη μηνίσκου, συνήθως, προκαλείται κατά τη διάρκεια κάποιου στροφικού τραυματισμού, συχνότερα κατά την αθλητική δραστηριότητα. Ανάλογα με τη μορφολογία τους, οι ρήξεις στους μηνίσκους ταξινομούνται σε: Επιμήκη ρήξη, ακτινωτή ρήξη, εγκάρσια ρήξη, δίκην λαβής κάδου ρήξη, σύνθετη ρήξη. Όπως και να έχει, οι ρήξεις μπορεί να είναι σταθερές ή ασταθείς. Επίσης, μετά από επαναλαμβανόμενους τραυματισμούς μια ρήξη μπορεί να επιδεινωθεί και να εξελιχθεί σε πιο σύνθετη μορφή.

Τα συμπτώματα που συχνά αναφέρει ο ασθενής αφορούν πόνο, ο οποίος επιδεινώνεται κατά το βαθύ κάθισμα και την κίνηση του γόνατος, δυσκολία στις κινήσεις κάμψης ή έκτασης, αδυναμία πλήρους έκτασης ή κάμψης της άρθρωσης, αίσθηση μπλοκ (κυρίως στη δίκην λαβής κάδου ρήξη), ορισμένες φορές, μπορεί να ακουστεί ήχος ‘κλικ’ στο γόνατο.

Η θεραπεία για την αντιμετώπιση της ρήξης μηνίσκου θα κριθεί από το μέγεθος, το είδος, το σημείο που εντοπίζεται, την ηλικία του ασθενή, την ανταπόκριση στην συντηρητική θεραπεία. Ο ασθενής θα ακολουθήσει πρόγραμμα φυσικοθεραπείας για την μείωση των συμπτωμάτων, αρχικά, και την ενδυνάμωση, στη συνέχεια, των μυών που υποστηρίζουν το γόνατο
Στις περιπτώσεις όπου η συντηρητική αγωγή δεν έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα, πραγματοποιείται αρθροσκόπηση γόνατος.

Ρήξη χιαστού

Η ρήξη πρόσθιου χιαστού συνδέσμου αποτελεί μία από τις πιο σοβαρές κακώσεις που συμβαίνει στην περιοχή του γόνατος και εμφανίζεται με μεγαλύτερη συχνότητα σε αθλητές ή αθλούμενους. Η αιτία για τη ρήξη του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου είναι η εφαρμογή στην κνήμη ισχυρότερης ενέργειας από αυτή που μπορεί να απορροφήσει ο σύνδεσμος. Η ρήξη μπορεί να συμβεί κατά την επαφή αλλά πιο συχνά συμβαίνει κατά την απότομη προσγείωση μετά από άλμα.

Τα συμπτώματα του ασθενούς που έπαθε ρήξη πρόσθιου χιαστού συνδέσμου, τη στιγμή του τραυματισμού περιλαμβάνουν πόνο, οίδημα, αίσθημα αστάθειας. Το αίσθημα που βιώνει ο ασθενής κατά τη στιγμή του τραυματισμού περιγράφεται συνήθως ως εξής: «Ένοιωσα/άκουσα στο γόνατό μου σαν να κόβεται κάτι» και μπορεί να νοιώθει ότι δεν τον κρατάει το γόνατό του ή ότι φεύγει από την φυσιολογική του θέση.

Πολύ μεγάλη σημασία για το τελικό αποτέλεσμα, έχει η μετεγχειρητική αποκατάσταση. Η χειρουργική αποκαθιστά την ανατομία, αλλά η λειτουργικότητα και ο βαθμός επιστροφής σε σχέση με την προ τραυματισμού κατάσταση εξαρτάται από την προσπάθεια του ασθενούς.

Ρήξη οπίσθιου χιαστού συνδέσμου

Ένας από τους σημαντικότερους συνδέσμους στο γόνατο είναι ο οπίσθιος χιαστός. Ο οπίσθιος χιαστός είναι υπεύθυνος για την συγκράτηση της κνήμης από οπίσθια ολίσθηση. Η ρήξη του συνδέσμου είναι αποτέλεσμα κάκωσης μεγάλης βίας στο γόνατο, πχ. μετά από κάποιο τροχαίο. Πολύ συχνά η πρόσκρουση του γόνατος στο ταμπλό του αυτοκινήτου είναι ο μηχανισμός κάκωσης. Ένας δεύτερος μηχανισμός κάκωσης είναι η υπερέκταση του γόνατος.

Ορισμένες φορές η ρήξη μπορεί να συνυπάρχει με τραυματισμό και άλλων συνδέσμων του γόνατος. Ανάμεσα στα συμπτώματα της ρήξης οπίσθιου χιαστού, είναι ο πόνος στο οπίσθιο τμήμα της άρθρωσης και η αστάθεια.

Ανάλογα τον βαθμό και την έκταση της βλάβης, η ρήξη αντιμετωπίζεται συντηρητικά ή χειρουργικά. Η συντηρητική θεραπεία ακολουθείται σε βλάβες πρώτου ή δεύτερου βαθμού. Εφαρμόζεται ειδικός νάρθηκας με το γόνατο σε έκταση και δίδεται έμφαση στην ενδυνάμωση του εκτατικού μηχανισμού του γόνατος. Η χειρουργική θεραπεία ακολουθείται σε πιο σοβαρές ή σύνθετες βλάβες. Ένα σωστό πρόγραμμα αποκατάστασης συμπληρώνει την χειρουργική θεραπεία και βοηθά τον ασθενή στην επιστροφή του στην προγενέστερη δραστηριότητα του.

Τενοντοπάθεια του Επιγονατιδικού Τένοντα (Το γόνατο του άλτη)

Το “γόνατο του άλτη”, (μετάφραση του “jumper’s knee”) είναι μία παραστατική περιγραφή της τενοντοπάθειας του επιγονατιδικού τένοντα. Συναντάται συχνά σε αθλητές που παρουσιάζουν πόνο στην πρόσθια επιφάνεια του γόνατος και τοπική ευαισθησία. Συνδέεται με την έντονη άσκηση και κυρίως με την επανάληψη κινήσεων έκτασης κατά τη διάρκεια της προπόνησης ή των αγώνων.

Πρόκειται για μία πάθηση του επιγονατιδικού τένοντα, δηλαδή της δέσμης συνδετικού ιστού που συνδέει την επιγονατίδα με την κνήμη. Αθλητές στίβου, ποδοσφαίρου, μπάσκετ ή βόλεϊ ταλαιπωρούνται συχνότερα, ενώ η ηλικιακή ομάδα από 20 έως 40 ετών έχει την συχνότερη εμφάνιση. Η κύρια αιτία που προκαλεί αυτό το πρόβλημα είναι η επαναλαμβανόμενη καταπόνηση λόγω της άσκησης. Υπάρχουν 3 στάδια της πάθησης:

Στάδιο 1: Πόνος μετά τη δραστηριότητα.

Στάδιο 2: Πόνος κατά τη διάρκεια και μετά από τη δραστηριότητα.

Στάδιο 3: Πόνος συνεχής ανεξαρτήτως δραστηριότητας και περιορισμός της απόδοσης.

Αθλητές με συνυπάρχοντα προβλήματα στα κάτω άκρα (γόνατα, ισχία) προσβάλλονται συχνότερα. Αυτό συμβαίνει καθώς ο επιγονατιδικός τένοντάς τους δέχεται ισχυρότερη καταπόνηση κατά τη διάρκεια της άσκησης. Μερικά από τα κυριότερα συμπτώματα του γόνατος του άλτη είναι ευαισθησία ή/και πόνος στην περιοχή της επιγονατίδας, πόνος στην έκταση του γόνατος, αύξηση του πόνου κατά τις νυχτερινές ώρες, πόνος κατά τη διάρκεια της κάμψης ή έκτασης των γονάτων, τοπικό οίδημα, έντονο αίσθημα πόνου σε κινήσεις όπως το τρέξιμο, τα άλματα ή το περπάτημα με αντίσταση, μειωμένη κινητικότητα του γόνατος.
Το γόνατο του άλτη μπορεί να αντιμετωπιστεί συντηρητικά με τεχνικές όπως μείωση της δραστηριότητας, παγοθεραπεία, χρήση ειδικού νάρθηκα ή taping για υποστήριξη, λήψη αντιφλεγμονώδους αγωγής με βάση τις συμβουλές του ιατρού. Γενικότερα, η τροποποίηση της δραστηριότητας συνοδευόμενη από ειδικό ασκησιολόγιο είναι η λύση στο πρόβλημα. Διατάσεις και πλειομετρικές ασκήσεις είναι η κατάλληλη θεραπεία η οποία πρέπει να συνεχίζεται για πολλούς μήνες για τη διατήρηση του αποτελέσματος. Σε χρόνιες και παραμελημένες περιπτώσεις, που δεν ανταποκρίνονται στην συντηρητική αγωγή, ακολουθείται χειρουργική θεραπεία. Άνθρωποι που ασχολούνται καθημερινά ή επαγγελματικά με τον αθλητισμό, μπορούν να εφαρμόσουν τεχνικές που συντελούν στην πρόληψη του γόνατος του άλτη. Μερικές τεχνικές είναι: Η ενδυνάμωση του τετρακεφάλου μυός, η χρήση των κατάλληλων αθλητικών παπουτσιών για το αντίστοιχο άθλημα, η εκτέλεση διατάσεων πριν και μετά την άθληση, η εκτέλεση πλειομετρικών ασκήσεων.

Σύνδρομο επιγονατιδομηριαίου πόνου

Το σύνδρομο επιγονατιδομηριαίου πόνου χαρακτηρίζεται από έντονο πόνο στο γόνατο και στην επιγονατίδα. Πολύ συχνά, συνοδεύεται από αίσθημα υποκειμενικής αστάθειας. Χαρακτηριστικά του συνδρόμου είναι ο έντονος πόνος στο βαθύ κάθισμα, στο κατέβασμα της σκάλας και στο γονάτισμα. Ο πόνος επιδεινώνεται μετά από δραστηριότητα.

Η άσκηση είναι ο βασικός πυλώνας θεραπείας του συνδρόμου. Η χρήση μη-στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων και η παγοθεραπεία βοηθούν στην ανακούφιση του πόνου στις εξάρσεις του συνδρόμου, ενώ η αρθροσκοπική θεραπεία συνίσταται σε πολύ λίγες περιπτώσεις που η συντηρητική αντιμετώπιση δεν επαρκεί.

Σύνδρομο λαγονοκνημιαίας ταινίας

Το σύνδρομο της λαγονοκνημιαίας ταινίας προκαλεί πόνο στην εξωτερική επιφάνεια του γόνατος. Εμφανίζεται όταν πιέζεται η λαγονοκνημιαία ταινία στον έξω επικόνδυλο του μηριαίου οστού, συνήθως όταν το γόνατο είναι σε κάμψη 20-30 μοιρών. Ο πόνος χειροτερεύει με το τρέξιμο και ενώ αρχικά, εμφανίζεται μετά από αυτό, σταδιακά εμφανίζεται και στην ανάπαυση.

Η θεραπεία περιλαμβάνει συνήθως ασκήσεις ενδυνάμωσης του μηρού, ευλυγισίας και διατάσεις.